γλιστράω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γλιστράω
- ɣliˈstɾa.o
Where it comes from
γλιστράω < γλιστρ(ώ) + -άω, κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική γλιστρῶ < ἐγλιστρῶ < ελληνιστική κοινή ἐκλιστρῶ, συνηρημένη μορφή του ἐκλιστράω < ἐκ + λίστρον
verb γλιστράω · γλιστρώ · γλίστρησα · γλιστρούσα
- κινούμαι εφαπτόμενος σε μια λεία επιφάνεια χωρίς τριβή Το έλκυθρο γλιστρούσε πάνω στο χιόνι.
- χάνω την ισορροπία μου επειδή πάτησα σε απολύτως λεία ή υγρή επιφάνεια Γλίστρησα στο παρκέ και παραλίγο να πέσω.
- χάνω την κατευθυντικότητά μου εξαιτίας ολισθηρού οδοστρώματος Το αυτοκίνητο γλίστρησε γιατί υπήρχαν χυμένα λάδια στο δρόμο.
- κινούμαι αθόρυβα χωρίς να γίνομαι αντιληπτός Γλίστρησε σαν τον κλέφτη μέσα στο δωμάτιο.
- υπάρχει κίνδυνος να γλιστρήσει κάποιος Προσοχή, μετά το ψιλόβροχο γλιστράει ο δρόμος.
Thesaurus
Talk about this word "γλιστράω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. γλιστράω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%89 "γλιστράω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γλιστράω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}