γλιστράω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γλιστράω

  • ɣliˈstɾa.o

Where it comes from

γλιστράω < γλιστρ(ώ) + -άω, κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική γλιστρῶ < ἐγλιστρῶ < ελληνιστική κοινή ἐκλιστρῶ, συνηρημένη μορφή του ἐκλιστράω < ἐκ + λίστρον

verb γλιστράω · γλιστρώ · γλίστρησα · γλιστρούσα

  1. κινούμαι εφαπτόμενος σε μια λεία επιφάνεια χωρίς τριβή Το έλκυθρο γλιστρούσε πάνω στο χιόνι.
  2. χάνω την ισορροπία μου επειδή πάτησα σε απολύτως λεία ή υγρή επιφάνεια Γλίστρησα στο παρκέ και παραλίγο να πέσω.
  3. για οχήματα χάνω την κατευθυντικότητά μου εξαιτίας ολισθηρού οδοστρώματος Το αυτοκίνητο γλίστρησε γιατί υπήρχαν χυμένα λάδια στο δρόμο.
  4. figuratively, μεταφορικά κινούμαι αθόρυβα χωρίς να γίνομαι αντιληπτός Γλίστρησε σαν τον κλέφτη μέσα στο δωμάτιο.
  5. impersonal, για επιφάνειες, απρόσωπο, στο τρίτο πρόσωπο υπάρχει κίνδυνος να γλιστρήσει κάποιος Προσοχή, μετά το ψιλόβροχο γλιστράει ο δρόμος.

Similar: ολισθαίνω, λόγιο

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"γλιστράω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γλιστράω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%89

Chicago

"γλιστράω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γλιστράω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}