γλυκασμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γλυκασμός

Where it comes from

γλυκασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γλυκασμός

noun γλυκασμός · γλυκασμοί · γλυκασμού · γλυκασμών · γλυκασμό · γλυκασμούς

  1. γλυκύτητα, χαρά, ευχαρίστηση ο γλυκασμός των αγγέλων, των θλιβομένων η χαρά, Χριστιανών η προστάτις, Παρθένε Μήτηρ Κυρίου (Παρακλητικός Κανόνας)
  2. αγιογραφία το χρώμα που αποτελείται από λίγο προπλασμό και περισσότερο σάρκωμα
  3. phrase, για ύφος υπερβολικός και ψεύτικος συναισθηματισμός

Talk about this word

Cite this
MLA

"γλυκασμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γλυκασμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"γλυκασμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γλυκασμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}