γλυκασμός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γλυκασμός
Where it comes from
γλυκασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γλυκασμός
noun γλυκασμός · γλυκασμοί · γλυκασμού · γλυκασμών · γλυκασμό · γλυκασμούς
- γλυκύτητα, χαρά, ευχαρίστηση ο γλυκασμός των αγγέλων, των θλιβομένων η χαρά, Χριστιανών η προστάτις, Παρθένε Μήτηρ Κυρίου (Παρακλητικός Κανόνας)
- το χρώμα που αποτελείται από λίγο προπλασμό και περισσότερο σάρκωμα
- υπερβολικός και ψεύτικος συναισθηματισμός
Talk about this word "γλυκασμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γλυκασμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "γλυκασμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γλυκασμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}