γλυκός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γλυκός¹

  • ɣliˈkos

Where it comes from

γλυκός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλυκός < αρχαία ελληνική γλυκύς και γλύκιος

adjective γλυκός · γλυκιά · γλυκό · γλυκού · γλυκιάς

  1. για τρόφιμο, ποτό που έχει τη γεύση της ζάχαρης, του μελιού τα τέσσερα αισθήματα γεύσης: το γλυκό, το πικρό, το ξινό, το αλμυρό
  2. figuratively, μεταφορικά που προκαλεί ευχαρίστηση, είναι ήπιο απόψε είναι μια γλυκιά η βραδιά
  3. για άνθρωπο χαριτωμένος, ευγενικός, που δεν δημιουργεί εντάσεις

    Similar: μειλίχιος

  4. προσφώνηση γλυκέ μου!, γλυκιά μου!

Γλυκός²

Where it comes from

Γλυκός < γλυκός

proper noun Γλυκός · Γλυκοί · Γλυκού · Γλυκών · Γλυκό · Γλυκούς

  1. ανδρικό όνομα
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Γλυκού)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"γλυκός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γλυκός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"γλυκός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γλυκός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}