γλυκός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γλυκός¹
- ɣliˈkos
Where it comes from
γλυκός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλυκός < αρχαία ελληνική γλυκύς και γλύκιος
adjective γλυκός · γλυκιά · γλυκό · γλυκού · γλυκιάς
- που έχει τη γεύση της ζάχαρης, του μελιού τα τέσσερα αισθήματα γεύσης: το γλυκό, το πικρό, το ξινό, το αλμυρό
- που προκαλεί ευχαρίστηση, είναι ήπιο απόψε είναι μια γλυκιά η βραδιά
-
χαριτωμένος, ευγενικός, που δεν δημιουργεί εντάσεις
Similar: μειλίχιος
- γλυκέ μου!, γλυκιά μου!
Γλυκός²
Where it comes from
Γλυκός < γλυκός
proper noun Γλυκός · Γλυκοί · Γλυκού · Γλυκών · Γλυκό · Γλυκούς
- ανδρικό όνομα
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Γλυκού)
In English
Talk about this word "γλυκός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γλυκός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CF%8C%CF%82 "γλυκός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γλυκός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%85%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}