γλωσσίδι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γλωσσίδι

  • ɣloˈsi.ði

Where it comes from

γλωσσίδι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή γλωσσίδ(ιον) + -ι, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική γλῶσσα

noun γλωσσίδι · γλωσσίδια · γλωσσιδιού · γλωσσιδιών

  1. general, γενικότερα οποιοδήποτε αντικείμενο το οποίο έχει σχήμα γλώσσας
  2. especially, ειδικότερα το μεταλλικό στέλεχος σε μια κλειδαριά που κλειδώνει ή ξεκλειδώνει καθώς αλλάζει θέση
  3. especially, ειδικότερα, μουσική το στέλεχος μουσικού οργάνου, το οποίο, καθώς ταλαντεύεται, παράγει ήχους
  4. especially, ειδικότερα, μουσική, για πνευστά όργανα μικρό εξάρτημα που ανοιγοκλείνει γρήγορα κάνοντας τον αέρα να πάλλεται και δημιουργώντας τον ήχο

Talk about this word

Cite this
MLA

"γλωσσίδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γλωσσίδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B4%CE%B9

Chicago

"γλωσσίδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B4%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γλωσσίδι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B4%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}