γλωσσαλγία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γλωσσαλγία
- ɣlo.salˈʝi.a
Where it comes from
γλωσσαλγία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γλωσσαλγία. Συγχρονικά αναλύεται σε γλωσσ- + -αλγία
: για τον ιατρικό όρο < λόγιο ενδογενές δάνειο: • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
noun γλωσσαλγία · γλωσσαλγίες · γλωσσαλγίας · γλωσσαλγιών
- πόνος στη γλώσσα Κατά την ιατρική, η γλωσσαλγία είναι παθολογικό φαινόμενο που αποτελεί ιδιάζουσα μορφή νευραλγίας του τριδύμου νεύρου ή μπορεί να οφείλεται σε τοπικά αίτια όπως πίεση, ανάπτυξη όγκου, φλεγμονή κλπ.
- φλυαρία, πολυλογία
Talk about this word "γλωσσαλγία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γλωσσαλγία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CE%AF%CE%B1 "γλωσσαλγία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γλωσσαλγία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}