γλωσσικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γλωσσικός

Where it comes from

γλωσσικός < γλώσσα

adjective γλωσσικός · γλωσσική · γλωσσικό · γλωσσικού · γλωσσικής

  1. ο σχετικός με την γραπτή και προφορική επικοινωνία, με το λόγο ※ Εξετάζει επίσης τα ιστορικά συμφραζόμενα της πρόσληψης αυτών των αναγνωσμάτων, αναδεικνύοντας τους ανταγωνισμούς των διαφορετικών πολιτισμικών και διανοητικών παραδόσεων (επτανησιακή και φαναριώτικη παράδοση, κοραϊκή σκέψη), τους διαξιφισμούς για το γλωσσικό ζήτημα, τη ρευστότητα του λογοτεχνικού
  2. ο σχετικός με το όργανο της γλώσσας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"γλωσσικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γλωσσικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"γλωσσικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γλωσσικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}