γλύπτης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Γλύπτης¹

  • ˈɣli.ptis

Where it comes from

Γλύπτης <γλύπτης

proper noun Γλύπτης · Γλύπτη

  1. όνομα αστερισμού του νότιου ημισφαιρίου. Σημειώθηκε για πρώτη φορά από τον Nicolas Louis de Lacaille το 1763 και ανήκει στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση συντομογραφία: Scl

proper noun Γλύπτης · Γλύπτη · Γλύπτηδες · Γλύπτηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

γλύπτης²

  • ˈɣli.ptis

Where it comes from

γλύπτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γλύπτης < αρχαία ελληνική γλύφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *glewbʰ- (χωρίζω, διαιρώ)

noun γλύπτης · γλύπτες · γλύπτη · γλυπτών

  1. επάγγελμα, γλυπτική καλλιτέχνης που δημιουργεί τριδιάστατα έργα σε σκληρό υλικό (όπως μάρμαρο, πέτρα, ξύλο, μέταλλο)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"γλύπτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γλύπτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"γλύπτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γλύπτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}