γνήσιος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γνήσιος¹
- ˈɣni.si.os
Where it comes from
γνήσιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γνήσιος
adjective γνήσιος · γνήσια · γνήσιο · γνήσιου · γνήσιας
- που έχει τα αυθεντικά χαρακτηριστικά του είδους του, την προέλευση ή την ποιότητα που του αποδίδεται, που είναι αυτό που πραγματικά δηλώνεται, χωρίς να έχει νοθευτεί και χωρίς να αποτελεί απομίμηση
- πηγαίος και ειλικρινής
- που γεννήθηκε από νόμιμο γάμο
Similar: αληθινός, αυθεντικός, ανόθευτος, βέρος, βεριτάμπλ, πούρος · Opposite: νοθευμένος, αντιγραμμένος, πλαστός, γιαλαντζί, ντεμέκ
Γνήσιος²
Where it comes from
Γνήσιος < γνήσιος
proper noun Γνήσιος · Γνησίου · Gnisios
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Similar: αληθινός, αυθεντικός, ανόθευτος, βέρος, βεριτάμπλ, πούρος · Opposite: νοθευμένος, αντιγραμμένος, πλαστός, γιαλαντζί, ντεμέκ
In English
- genuine real, authentic
- legitimate genuine
Talk about this word "γνήσιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γνήσιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82 "γνήσιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γνήσιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}