γνωμικός
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
γνωμικός¹
- ɣno.miˈkos
어원
γνωμικός < ελληνιστική κοινή γνωμικός < αρχαία ελληνική γνώμη
형용사 γνωμικός · γνωμική · γνωμικό · γνωμικού · γνωμικής
- που έχει σχέση με μια αλήθεια γενικά αποδεκτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
- γνωμικό
비슷한 말: αποφθεγματικός
Γνωμικός²
어원
Γνωμικός < αρχαία ελληνική Γνωμικός
고유 명사 Γνωμικός · Γνωμικοί · Γνωμικού · Γνωμικών · Γνωμικό · Γνωμικούς
- ανδρικό επώνυμο
유의어·반의어
형용사
비슷한 말: αποφθεγματικός
이 단어에 대해 이야기하기 "γνωμικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γνωμικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "γνωμικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {γνωμικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}