γνωστικισμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γνωστικισμός

Where it comes from

γνωστικισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική gnosticisme < gnostique + -isme (-ισμός) < μεσαιωνική λατινική gnostici < αρχαία ελληνική γνωστικός < γνώση < γιγνώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵiǵneh₃- < *ǵneh₃- (γιγνώσκω, γνωρίζω)

noun γνωστικισμός · γνωστικισμοί · γνωστικισμού · γνωστικισμών · γνωστικισμό · γνωστικισμούς

  1. φιλοσοφία, θρησκεία ένα θρησκευτικό και φιλοσοφικό κίνημα των πρώτων χριστιανικών αιώνων που συνδύαζε στοιχεία από τον Χριστιανισμό, την ελληνική φιλοσοφία και ανατολικές θρησκευτικές παραδόσεις και το οποίο πίστευε ότι η σωτηρία προκύπτει μέσω της «γνώσης» του θείου, δηλαδή μέσω μιας εσωτερικής, μυστικιστικής και βιωματικής αποκάλυψης της θείας αλήθειας ※ Ανάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς ἀντιθετικοὺς ὑπαρκτικούς πόλους διαστρωματώνεται η σύνολη πραγματικότητα. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται κάπου στὸ μέσον τῆς κλίμακας: ὡς σῶμα μετέχει στην ὑλικὴ φύση τοῦ κακοῦ καὶ ὡς πνεῦμα στὴν πραγματικότητα τοῦ ἀγαθοῦ. Αὐτὴ ἡ ὀντολογική σχιζοείδεια πού καθορίζει ὑπαρκτικὰ τὸν ἄν

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"γνωστικισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γνωστικισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"γνωστικισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γνωστικισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}