γνώριμος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γνώριμος
Where it comes from
γνώριμος < αρχαία ελληνική γνώριμος < γνωρίζω
adjective γνώριμος · γνώριμη · γνώριμο · γνώριμου · γνώριμης
- που τον γνωρίζει κάποιος, που ίσως τον συναναστρέφεται ίσως και όχι, πάντως έχει κάποια σχέση με αυτόν, τον έχει γνωρίσει στο παρελθόν
- που κάτι θυμίζει σε κάποιον, του είναι οικείος, γνωστός, συχνά που δεν μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια ποιον ακριβως του θυμιζει ή που δεν έχει σημασία να τον προσδιορίσει επακριβώς ακουγόταν μια γνώριμη μελωδιά
In English
- familiar known to one
Talk about this word "γνώριμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γνώριμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82 "γνώριμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γνώριμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}