Μίκουιν

γονίδιο

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

γονίδιο

  • ɣoˈni.ði.o

Από πού έρχεται

γονίδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: (λόγιο δάνειο) νεολατινική gonidium < αρχαία ελληνική γόνος + -ίδιον < γίγνομαι

ουσιαστικό γονίδιο · γονίδια · γονιδίου · γονίδιου · γονιδίων

  1. βιολογία, γενετική βασική φυσική μονάδα κληρονομικότητας στους ζωντανούς οργανισμούς, τμήμα του χρωματοσώματος που μεταβιβάζει πληροφορίες από το ένα κύτταρο σε άλλο και κατ' επέκταση από τη μια γενιά στην άλλη ※ παιδιά με παχύσαρκους γονείς μπορεί να κληρονομήσουν την προδιάθεση για υπερβαρότητα μέσω γονιδίων που επηρεάζουν τον μεταβολισμό και την αποθήκευση λίπους (Σταύρος Θεοδωράκης, Άρης Βουρβούλιας, 14 σκιές και αλήθειες της Ελλάδας, 2025, σελ. 1862)

Στα αγγλικά

  • gene unit of heredity

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"γονίδιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γονίδιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF

Chicago

"γονίδιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γονίδιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}