γονατίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γονατίζω

Where it comes from

γονατίζω < (ελληνιστική κοινή) παράλληλος τύπος με το επίσης ελληνιστικό γονυπετέω-γονυπετῶ που ενείχε την ικεσία ενώ το γονατίζω αφορούσε κυριως στην απλή κίνηση

verb γονατίζω · αλλά σχηματίζει περιφραστικά την παθητική έννοιαQ είμαι γονατισμένος · γονάτιζα · θα γονατίζω · να γονατίζω

  1. χαμηλώνω και στηρίζω το σώμα μου στα γόνατά μου ή στο ένα γόνατο Για να σφουγγαρίσεις σωστά πρέπει να γονατίσεις και να τρίψεις το πάτωμα
  2. δεν αντέχω άλλο (την κούραση, την ταλαιπωρία), με τσάκισε η έγνοια ή ο κόπος με γονάτισαν τα βάσανα
  3. υποκλίνομαι από σεβασμό γονάτισε μπροστά στον Επιτάφιο και μετά πέρασε γονατιστά από κάτω
  4. υποκλίνομαι επειδή υποτάσσομαι (με ή και χωρίς το μπροστά σε κάποιον) παρέδωσαν τα όπλα και γονάτισαν

In English

  • kneel to stoop down and rest on the knee

Talk about this word

Cite this
MLA

"γονατίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γονατίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"γονατίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γονατίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}