γονυκλισία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γονυκλισία

  • γo.ni.kliˈsi.a

Where it comes from

γονυκλισία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γονυκλισία < γονυκλινέω < αρχαία ελληνική γόνυ + κλίνω

noun γονυκλισία · γονυκλισίες · γονυκλισίας · γονυκλισιών

  1. formal, λόγιο, θρησκεία το γονάτισμα, ιδίως αυτό που γίνεται για λόγους θρησκευτικούς και ικετευτικούς ※ Μόλις οἱ πιστοὶ εἶχον συναχθῆ καὶ ἤρχισαν τὰς συνήθεις ἐπὶ τῆς ψιάθου γονυκλισίας, προτοῦ ἀκόμη τις ἐκ τῶν δερβισῶν νὰ φθάσῃ εἰς βαθμὸν ἐνθουσιώδους παροξυσμοῦ, ὥστε νὰ ἐκβάλλῃ ἀφροὺς ἐκ τοῦ στόματος, νεαρὸς Τοῦρκος εἰσῆλθεν ὁρμητικός, καὶ τόσον ἔξαλλος ἐφαίνετο, ὥστε ἐλησμόνησε νὰ ἀφήσῃ τὰ σάνδαλ

In English

  • genuflection the act of genuflecting, in the sense of bowing down

Talk about this word

Cite this
MLA

"γονυκλισία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CF%85%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γονυκλισία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CF%85%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"γονυκλισία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CF%85%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γονυκλισία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CF%85%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}