γοργόνα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γοργόνα
- ɣoɾˈɣo.na
Where it comes from
γοργόνα < αρχαία ελληνική Γοργώ (: τέρας της ελληνικής μυθολογίας)• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
noun γοργόνα · γοργόνες · γοργόνας
- μυθικό πλάσμα της θάλασσας, το οποίο έχει μορφή γυναίκας (με κορμό, χέρια και κεφάλι, από τη μέση και πάνω) και ψαριού (με λέπια και ουρά, από τη μέση και κάτω) ※ Αλλ' αν αφ' ενός μηδεμίαν προς τους περί Γοργόνων μύθους φαίνονται έχουσαι σχέσιν αι παραδόσεις του καθ' ημάς λαού, αφ' ετέρου όμως διετήρησαν πλείστους χαρακτήρας των αρχαίων περί Σειρήνων. (Πολίτης, Νικόλαος Ο περί των Γοργόνων μύθος, 1878, σελ. 4)
- ακρόπρωρο ιστιοφόρου με την παραπάνω μορφή, που θεωρούνταν ότι προστάτευε το πλοίο από τις συμφορές
- ηθική όμορφη κοπέλα χωρίς δεσμό, ή νεαρή κυρία γοργόνα μου εσύ! (πειρακτικό)
In English
- mermaid mythological woman with a fish’s tail
Talk about this word "γοργόνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γοργόνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B1 "γοργόνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γοργόνα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}