γουλί
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γουλί
- ɣuˈli
Where it comes from
γουλί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γουλίν < αρχαία ελληνική *ἀγλίον, υποκοριστικό του ἄγλις (σκελίδα σκόρδου)
: Κατ' άλλη άποψη, (αντιδάνειο) < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γουλίν < γωλίον < λατινική colis < caulis (κοτσάνι, μίσχος)
noun γουλί · γουλιά · γουλιού · γουλιών
- ο (τρυφερός) βλαστός των λαχανικών ή χορταρικών, ο μίσχος
- το μέρος της ρίζας των φυτών που τρώγεται
- σκελίδα σκόρδου
- αποφλοιωμένος καρπός
- λεία στρογγυλή πέτρα, βότσαλο (απ' όπου Γουλί, ονομασία για πολλές παραλίες) άλλη μορφή: γουλός
- καθετί λείο και γυμνό σαν το κλειστό λάχανο
adverb γουλί · γουλιά · γουλιού · γουλιών
- κουρεμένος με τρόπο ώστε να φαίνεται σαν γουλί: ο κοντοκουρεμένος, ο κουρεμένος με την ψιλή τον κούρεψαν γουλί
noun γουλί · γουλιά · γουλιού · γουλιών
- το στομάχι
- η κοιλότητα όπου εισέρχεται η κεφαλή του οστού
- η κοιλότητα στην πέτρα της πόρτας όπου γυρίζει το μάνταλο
- τμήμα του αρότρου
In English
- rutabaga edible root
Talk about this word "γουλί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026. γουλί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF "γουλί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γουλί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF},
urldate = {2026-11-06}
}