γουλί

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γουλί

  • ɣuˈli

Where it comes from

γουλί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γουλίν < αρχαία ελληνική *ἀγλίον, υποκοριστικό του ἄγλις (σκελίδα σκόρδου)

: Κατ' άλλη άποψη, (αντιδάνειο) < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γουλίν < γωλίον < λατινική colis < caulis (κοτσάνι, μίσχος)

noun γουλί · γουλιά · γουλιού · γουλιών

  1. ο (τρυφερός) βλαστός των λαχανικών ή χορταρικών, ο μίσχος
  2. το μέρος της ρίζας των φυτών που τρώγεται
  3. σκελίδα σκόρδου
  4. αποφλοιωμένος καρπός
  5. idiomatic, ιδιωματικό λεία στρογγυλή πέτρα, βότσαλο (απ' όπου Γουλί, ονομασία για πολλές παραλίες) άλλη μορφή: γουλός
  6. καθετί λείο και γυμνό σαν το κλειστό λάχανο

adverb γουλί · γουλιά · γουλιού · γουλιών

  1. figuratively, vulgar, μεταφορικά, λαϊκότροπο, για κεφάλι κουρεμένος με τρόπο ώστε να φαίνεται σαν γουλί: ο κοντοκουρεμένος, ο κουρεμένος με την ψιλή τον κούρεψαν γουλί

noun γουλί · γουλιά · γουλιού · γουλιών

  1. idiomatic, ιδιωματικό το στομάχι
  2. idiomatic, ιδιωματικό η κοιλότητα όπου εισέρχεται η κεφαλή του οστού
  3. idiomatic, ιδιωματικό η κοιλότητα στην πέτρα της πόρτας όπου γυρίζει το μάνταλο
  4. idiomatic, ιδιωματικό τμήμα του αρότρου

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"γουλί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γουλί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF

Chicago

"γουλί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γουλί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF},
  urldate = {2026-11-06}
}