γουστάρω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γουστάρω

  • ɣuˈsta.ɾo

Where it comes from

γουστάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική gustare ή από τη βενετική

verb γουστάρω

  1. transitive, μεταβατικό μου αρέσει πολύ κάτι / κάποιος, λαχταρώ ※ Άσε που δεν την γούσταρα πραγματικά ποτέ. Ένα τσόλι είναι. (Χ.Α. Χωμενίδης, Η φωνή, εκδ. Πατάκης, 2016)
  2. transitive, μεταβατικό μου αρέσει ※ Ταφόπετρα όχι για το ίδιο το νησί (που τώρα μπορεί να βγάζει και πιο πολλά λεφτά…) αλλά για όλους αυτούς που την είχαν επιλέξει ως ένα μέρος που μπορείς να συνδυάσεις τα πάντα. Το χίπικο, το μποέμικο, το αλητήριο, το γκομενίστικο, το οικογενειακό, το κυριλέ, το ακριβό και το αουτσάιντερ. Πάντα μπο
  3. intransitive, αμετάβατο νιώθω ικανοποίηση γουστάρω που δε θα κάνουμε αύριο μάθημα!

Talk about this word

Cite this
MLA

"γουστάρω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γουστάρω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%89

Chicago

"γουστάρω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γουστάρω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}