γούλα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γούλα¹
- ˈɣu.la
Sounds like γουλά
Where it comes from
γούλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γούλα < ελληνιστική κοινή γούλα (φάρυγγας, λαιμός) < λατινική gula (λαιμός)
noun γούλα · γούλες · γούλας
- ο πρόλοβος, η γκούσα
noun γούλα · γούλες · γούλας
- αποφλοιωμένο λάχανο, ή είδος κράμβης (αγριολάχανο) ή τεύτλο
- το αποφλοιωμένο, σαρκώδες μέρος του αμύγδαλοου
Γούλα²
- ˈɣu.la
Where it comes from
Γούλα < + υποκοριστικό επίθημα -ούλα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
proper noun Γούλα
- γυναικείο όνομα
proper noun Γούλα · Goula
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Γούλας
proper noun Γούλα
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Γούλας
Talk about this word "γούλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γούλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1 "γούλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γούλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}