ミクウィン

γρίλια

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

γρίλια¹

由来

γρίλια < (άμεσο δάνειο) ιταλική griglia

名詞 γρίλια · γρίλιες · γρίλιας

  1. το καθένα από τα μικρά οριζόντια ορθογώνια κομμάτια ξύλου που αποτελούν μέρος ενός παντζουριού και σχηματίζουν μεταξύ τους διάκενα που επιτρέπουν στον αέρα να μπαίνει από τα παράθυρα, όταν αυτά είναι κλειστά ※ Απ' τις γρίλιες τρύπωνε η μυρωδιά των καθυστερημένα ανθισμένων κυδωνιών και οι μονότονες συναυλίες των τζιτζικιών. (Γιάννης Ξανθούλης (1984) Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα [μυθιστόρημα])

Γρίλια²

由来

Γρίλια < γενική ενικού του αρσενικού Γρίλιας

固有名詞 Γρίλια · Γρίλιας · Grilia

  1. γυναικείο επώνυμο

英語で

  • jalousie window slats which form a blind or shutter

この単語について話す

引用する
MLA

"γρίλια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γρίλια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B1

Chicago

"γρίλια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γρίλια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}