γρίπη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γρίπη

  • ˈɣɾi.pi

Where it comes from

γρίπη (μαρτυρείται από το 1837)< οπτικό δάνειο από τη γαλλική gripp(e) + -η με απλοποίηση των δύο [ππ]

noun γρίπη · γρίπες · γρίπης

  1. ιατρική μεταδοτική ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος. Τα συνήθη συμπτώματά της είναι πυρετός, πονοκέφαλος, βήχας, αδυναμία και μυικοί πόνοι. Ανάλογα με την ανθεκτικότητα του ιού που την μεταφέρει, μπορεί να λάβει διαστάσεις επιδημίας ※ Η κίτρινη γρίπη θέριζε τον πληθυσμό. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να τρέμει από τα ρίγη του πυρετού και να κρύβεται φοβισμένο κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα. (Γιώργος Μανιώτης, Σαράντα Κύματα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 18)

Similar: ινφλουέντζα

Thesaurus

noun

Similar: ινφλουέντζα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"γρίπη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γρίπη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B7

Chicago

"γρίπη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γρίπη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}