γραβάτα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γραβάτα
- ɣɾaˈva.ta
Where it comes from
γραβάτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική cravatta < (άμεσο δάνειο) γαλλική cravate < σερβοκροατική Hr̀vāt (Κροάτης) (επειδή οι Κροάτες μισθοφόροι στο γαλλικό στρατό του συντάγματος ιππικού Royal‑Cravate φορούσαν χαρακτηριστικό λαιμοδέτη πιθανόν δικής τους δημιουργίας) < πρωτοσλαβική *xъrvat(in)ъ
noun γραβάτα · γραβάτες · γραβάτας · γραβατών
- υφασμάτινη λωρίδα που δένεται στο λαιμό, συνηθέστερα από τους άνδρες, και συνοδεύει συνήθως επίσημη ενδυμασία ※ Φορώντας γιλέκο, γραβάτα και καπέλο φεντόρα, ένας μπαρίστας με τρόπους επιτηδευμένους τους σέρβιρε γρήγορα την παραγγελία τους. Όρμησαν ο καθένας στο πιάτο του και ήπιαν τον καφέ.
Similar: λαιμοδέτης
Thesaurus
noun
Similar: λαιμοδέτης
In English
- necktie strip of cloth worn around the neck and tied in the front
Talk about this word "γραβάτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γραβάτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B1 "γραβάτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γραβάτα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}