γραμματέας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γραμματέας¹
- ɣɾa.maˈte.as
Where it comes from
γραμματέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γραμματεύς, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική scribe ή secrétaire
noun γραμματέας · γραμματείς · γραμματέα · γραμματέως · γραμματέων
- έμπιστος υπάλληλος και στενός συνεργάτης ενός επιχειρηματία, επιστήμονα, πολιτικού, ηγεμόνα κλπ που διεκπεραιώνει κυρίως την αλληλογραφία του
- υπάλληλος που ασχολείται με γραφική δουλειά
- το μέλος ενός συμβουλίου που έχει την ευθύνη της κράτησης των πρακτικών από τις συνεδριάσεις ο γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου
- ανώτατο στέλεχος οργανισμού, κόμματος κλπ η γενική γραμματέας του κομμουνιστικού κόμματος
- λόγιοι Εβραίοι, ειδικοί του Μωσαϊκού Νόμου Γραμματείς και Φαρισαίοι
Γραμματέας²
Where it comes from
Γραμματέας < + -έας • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
proper noun Γραμματέας · Γραμματέα · Grammateas
- ανδρικό επώνυμο
In English
- secretary person keeping records and handling clerical work
Talk about this word "γραμματέας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γραμματέας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AD%CE%B1%CF%82 "γραμματέας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AD%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γραμματέας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}