γραμματικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γραμματικός¹

Where it comes from

γραμματικός <

:* που αναφέρεται στα γράμματα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γραμματικός (που γνωρίζει καλά τα γράμματα, που μπορεί να τα διδάξει) < αρχαία ελληνική γράφω

:* που έχει σχέση με τη γραμματική < γραμματικ(ή) + -ός

adjective γραμματικός · γραμματική · γραμματικό · γραμματικού · γραμματικής

  1. που αναφέρεται στα γράμματα και τις γνώσεις έχει γραμματικές γνώσεις
  2. που αναφέρεται στη γραμματική γραμματικοί κανόνες, γραμματικό γένος
  3. η μορφή που μπορει να πάρει μια λέξη γραμματικοί τύποι ρημάτων, ουσιαστικών
  4. που αναφέρεται κυριολεκτικά ή μεταφορικά σε γράμμα και σε λέξη γραμματική ερμηνεία του νόμου είναι η κατά γράμμα ερμηνεία του, η κατ' άλλους η αυστηρή και κατ' άλλους η απόλυτα σωστή, επειδή ακριβώς μένει στο τυπικό και δεν παρεκκλίνει σε υποκειμενικές εκτιμήσεις

noun γραμματικός · γραμματική · γραμματικό · γραμματικού · γραμματικής

  1. vulgar, λαϊκότροπο, επάγγελμα ο γραμματέας
  2. dated, vulgar, λαϊκότροπο, επάγγελμα, παρωχημένο ο δάσκαλος των γραμμάτων / των ελληνικών (με σημερινούς όρους ο φιλόλογος) ※ Αντίθετα, ο γραμματικός είναι ένας πολύφερνος γαμπρός, με φερνή του, προίκα του, τις γνώσεις και το συναφές επάγγελμά του. (Παντελής Μπουκάλας, Τα γράμματα στο δημοτικό τραγούδι, Νέα Εστία, τεύχος 1903, Δεκ. 2025, σελ. 737)
  3. φιλολογία, ιστορία ονομασία των φιλολόγων της Αλεξάνδρειας στην ελληνιστική περίοδο οι αλεξανδρινοί γραμματικοί

Γραμματικός²

Where it comes from

Γραμματικός < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Γραμματικός · Γραμματικοί · Γραμματικού · Γραμματικών · Γραμματικό · Γραμματικούς

  1. ανδρικό όνομα
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Γραμματικού)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"γραμματικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γραμματικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"γραμματικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γραμματικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}