γρηγορόσημο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γρηγορόσημο

  • ɣɾi.ɣoˈɾo.si.mo

Where it comes from

γρηγορόσημο (νεολογισμός) < γρήγορ(ος) + -ό- + -σημο κατά το χαρτόσημο

noun γρηγορόσημο · γρηγορόσημα · γρηγορόσημου · γρηγορόσημων

  1. familiar, ironic, διαφθορά, προφορικό, ειρωνικό δωροδοκία προκειμένου να επιταχυνθεί η επίλυση ενός προβλήματος, συνήθως στο δημόσιο ※ Ο χρηματισμός έχει επεκταθεί ακόμα και στη διεκπεραίωση απλών νόμιμων διαδικασιών. Για να αποφύγουν καθυστερήσεις, οι συναλλασσόμενοι πληρώνουν “γρηγορόσημο” στους δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι είναι εντεταλμένοι να τους εξυπηρετούν. Σε πολλές περιπτώσεις, η δωροδοκία είναι ικανή να παρακάμψει ν

Similar: λάδωμα, μπαξίσι, φακελάκι

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"γρηγορόσημο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γρηγορόσημο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF

Chicago

"γρηγορόσημο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γρηγορόσημο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}