γρικώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γρικώ

  • ɣɾiˈko

Where it comes from

γρικώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γρικῶ, γροικῶ < ἀγρικῶ, ἀγροικῶ, με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος < *ἀγροικ(ός) + -ώ, αρχαία ελληνική ἄγροικος (κάτοικος των αγρών, άξεστος), όπου το αρχικό ἄ- της λέξης ἄγροικος εκλήφθηκε ως στερητικό.

verb γρικώ · γρικάω · γρικούσα · θα γρικάω · θα γρικώ

  1. ακούω -Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες
  2. αισθάνομαι
  3. καταλαβαίνω

Talk about this word

Cite this
MLA

"γρικώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γρικώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8E

Chicago

"γρικώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γρικώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}