γροθιά

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γροθιά

  • ɣɾoˈθça

Where it comes from

γροθιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γροθιά < γρόθος < γρόνθος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή γρόνθος

noun γροθιά · γροθιές · γροθιάς · γροθιών

  1. το άκρο χέρι, όταν τα δάχτυλα είναι σφιχτά μαζεμένα στο εσωτερικό της παλάμης σφίγγω τη γροθιά μου
  2. το χτύπημα που καταφέρει κάποιος με την εξωτερική πλευρά της πρώτης φάλαγγας των δαχτύλων, ενώ αυτά είναι σφιχτά μαζεμένα στο εσωτερικό της παλάμης ※ Ο Σολοβάιδ ατάραχος του δίνει μια δυνστή γροθιά στο μήλο του Αδάμ και τον σωριάζει ακαριαία στο πάτωμα. (Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μνήμες Σκοτεινά Αναδυόμενες, AKAKIA Publications, 2013)
  3. figuratively, μεταφορικά πλήγμα εναντίον θεσμού, φορέα ή προσώπου

In English

  • box blow with the fist
  • punch a hit or a strike with one's fist
  • sock violent blow
  • fist clenched hand

Talk about this word

Cite this
MLA

"γροθιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%B8%CE%B9%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γροθιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%B8%CE%B9%CE%AC

Chicago

"γροθιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%B8%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γροθιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%B8%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-06}
}