Γροιλανδία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Γροιλανδία

  • ɣɾi.lanˈði.a

Where it comes from

Γροιλανδία < δανική Grønland < παλαιά νορβηγική Grœnland < grœnn (πράσινος) + land (γη) (πράσινη γη, ονομασία που έδωσαν οι πρώτοι Σκανδιναβοί οικιστές της με την ελπίδα να προσελκύσουν κι άλλους)

proper noun Γροιλανδία · Γροιλανδίες · Γροιλανδίας · Γροιλανδιών

  1. κράτος της Αρκτικής με καθεστώς αυτοδιάθεσης, που ανήκει στη Δανία, με πρωτεύουσα το Νουούκ και επίσημες γλώσσες τα γροιλανδικά και τα δανικά. Γεωγραφικά ανήκει στην Αμερική, ενώ πολιτικά, στην Ευρώπη
  2. το ομώνυμο νησί στο οποίο βρίσκεται το κράτος

In English

  • Greenland a large self-governing island in North America

Talk about this word

Cite this
MLA

"Γροιλανδία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

Γροιλανδία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1

Chicago

"Γροιλανδία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Γροιλανδία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}