γρόσι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γρόσι

Where it comes from

γρόσι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γρόσι(ν) < βενετική grosso < λατινική grossus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷres-

noun γρόσι · γρόσια · γροσιού · γροσιών

  1. dated, νόμισμα, παρωχημένο, ασημένιο νόμισμα, ίσο προς το ένα εκατοστό της (χρυσής) λίρας διαφόρων κρατών (Τουρκίας, Αιγύπτου, Κύπρου, Βενετίας κ.ά.) ※ ασλάνια (aslan), άσπρα (asper), γαζέττα (gazetta), γρόσι (grosso), δουκάτον (ducato), δούμπλα ou ντούμπλα , ζολότα (zlot), κολωννάτο (colonnato), λίρα (lire), μαρτζέλλος (marcelo), μαχμουτιές (mahmudiye), μετζίτι (mecit), μπέζο (bezzo, bez), νουσφιές (nisfiye), ουγγία (uncia), παράς (para), πιάστρ

    Similar: πιάστρο, πιάστρα

  2. figuratively, συνεκδοχικά τα χρήματα ※ ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο· τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, για να κάνουμε μια κάθε ά

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"γρόσι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γρόσι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B9

Chicago

"γρόσι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γρόσι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}