γυάλα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γυάλα
- ˈʝa.la
Where it comes from
γυάλα < → λείπει η ετυμολογία
noun γυάλα · γυάλες · γυάλας
- γυάλινο δοχείο σφαιρικού σχήματος, που συχνά χρησιμοποιείται ως μικρό ενυδρείο ※ Τα συριάνικα φιστίκια είχαν φτάσει στην Αίγινα τον περασμένο αιώνα και ευδοκίμησαν κάτω απ' τον ελληνικό ήλιο. Σαν φιστίκ. Σε χωνάκια στις γωνιές του Φαλήρου, σε τεράστιες γυάλες στην κουζίνα της γιαγιάς Ρίνας. (Ιφιγένεια Θεοδώρου, Η γεύση της ερήμου, εκδ. Πατάκης, 2016)
- η γυάλινη σφαίρα που έχουν τα μέντιουμ
- χώρος απόλυτα ασφαλής στη γυάλα μεγάλωσες;
In English
- jar small, approximately cylindrical container
Talk about this word "γυάλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%AC%CE%BB%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. γυάλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%AC%CE%BB%CE%B1 "γυάλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%AC%CE%BB%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γυάλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%AC%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}