γυάλα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γυάλα

  • ˈʝa.la

Where it comes from

γυάλα < → λείπει η ετυμολογία

noun γυάλα · γυάλες · γυάλας

  1. γυάλινο δοχείο σφαιρικού σχήματος, που συχνά χρησιμοποιείται ως μικρό ενυδρείο ※ Τα συριάνικα φιστίκια είχαν φτάσει στην Αίγινα τον περασμένο αιώνα και ευδοκίμησαν κάτω απ' τον ελληνικό ήλιο. Σαν φιστίκ. Σε χωνάκια στις γωνιές του Φαλήρου, σε τεράστιες γυάλες στην κουζίνα της γιαγιάς Ρίνας. (Ιφιγένεια Θεοδώρου, Η γεύση της ερήμου, εκδ. Πατάκης, 2016)
  2. η γυάλινη σφαίρα που έχουν τα μέντιουμ
  3. figuratively, μεταφορικά χώρος απόλυτα ασφαλής στη γυάλα μεγάλωσες;

In English

  • jar small, approximately cylindrical container

Talk about this word

Cite this
MLA

"γυάλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%AC%CE%BB%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γυάλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%AC%CE%BB%CE%B1

Chicago

"γυάλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%AC%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γυάλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%AC%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}