γυαλί
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γυαλί
- ʝaˈli
Where it comes from
γυαλί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γυαλίν < ὑαλίν < ελληνιστική κοινή ὑάλιον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ὕαλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *uel- / *welH- (γυρίζω, στρέφω)
noun γυαλί · γυαλιά · γυαλιού · γυαλιών
- στερεό, διάφανο ή ημιδιάφανο υλικό που παρασκευάζεται από λιωμένη άμμο και ένα μείγμα κυρίως από πυρίτιο, οξείδιο του ασβεστίου και νάτριο και χρησιμοποιείται για να κατασκευαστούν τζάμια, δοχεία, φιάλες, λαμπτήρες κ.λπ.
- το ποτήρι ρίξε στο γυαλί φαρμάκι (λαϊκό τραγούδι)
- η τηλεόραση βγαίνω στο γυαλί
- τα κομμάτια από γυαλί μαζεύω τα γυαλιά από το πάτωμα
- πληθυντικός: τα γυαλιά
In English
- glass substance
Talk about this word "γυαλί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%AF. Accessed 7 Nov. 2026. γυαλί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%AF "γυαλί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γυαλί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%AF},
urldate = {2026-11-07}
}