γυαλί

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γυαλί

  • ʝaˈli

Where it comes from

γυαλί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γυαλίν < ὑαλίν < ελληνιστική κοινή ὑάλιον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ὕαλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *uel- / *welH- (γυρίζω, στρέφω)

noun γυαλί · γυαλιά · γυαλιού · γυαλιών

  1. στερεό, διάφανο ή ημιδιάφανο υλικό που παρασκευάζεται από λιωμένη άμμο και ένα μείγμα κυρίως από πυρίτιο, οξείδιο του ασβεστίου και νάτριο και χρησιμοποιείται για να κατασκευαστούν τζάμια, δοχεία, φιάλες, λαμπτήρες κ.λπ.
  2. figuratively, συνεκδοχικά το ποτήρι ρίξε στο γυαλί φαρμάκι (λαϊκό τραγούδι)
  3. figuratively, συνεκδοχικά η τηλεόραση βγαίνω στο γυαλί
  4. plural, πληθυντικός τα κομμάτια από γυαλί μαζεύω τα γυαλιά από το πάτωμα
  5. πληθυντικός: τα γυαλιά

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"γυαλί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%AF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γυαλί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%AF

Chicago

"γυαλί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γυαλί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%AF},
  urldate = {2026-11-07}
}