γυμναστική

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γυμναστική¹

  • ʝi.mna.stiˈci

Where it comes from

γυμναστική < αρχαία ελληνική γυμναστική (τέχνη: η τέχνη της γύμνασης) < γυμναστικός < γυμνάζω < γυμνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nogʷmós < *nogʷós (γυμνός)

noun γυμναστική · γυμναστικές · γυμναστικής · γυμναστικών

  1. σύνολο ασκήσεων (ενόργανη ή ανόργανη γυμναστική), που αποσκοπούν στη γύμναση, την ευεξία και τη σωματική αρμονία και ανάπτυξη
  2. broadly, κατ’ επέκταση το σχετικό μάθημα (σε σχολείο)

adjective γυμναστική · γυμναστικές · γυμναστικής · γυμναστικών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμναστικός

Γυμναστική²

Where it comes from

Γυμναστική < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Γυμναστική

  1. γυναικείο όνομα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"γυμναστική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γυμναστική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"γυμναστική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γυμναστική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}