γυμνός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γυμνός

  • ʝiˈmnos

Where it comes from

γυμνός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γυμνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή → δείτε γυμνός

adjective γυμνός · γυμνή · γυμνό · γυμνού · γυμνής

  1. που το σώμα ή μέρος του δεν το καλύπτουν ρούχα

    Similar: τσίτσιδος

  2. που δε φορά αρκετά ρούχα ή έχει ντυθεί προκλητικά
  3. ό,τι περιλαμβάνει ή προβάλλει ένα σώμα χωρίς ρούχα γυμνή φωτογραφία
  4. που παρουσιάζεται όπως πραγματικά είναι, χωρίς στολίδια η γυμνή αλήθεια
  5. figuratively, μεταφορικά που δε διαθέτει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που συμβολίζουν την κοινωνική του θέση αισθανόταν γυμνός χωρίς χρήματα
  6. figuratively, μεταφορικά ακάλυπτος γυμνός τοίχος
  7. figuratively, μεταφορικά ανεπαρκής Η πρότασή του είναι γυμνή από ρεαλισμό.
  8. figuratively, μεταφορικά, για τα μάτια χωρίς οπτικό βοήθημα Τα μικρόβια δεν μπορούμε να τα δούμε με γυμνό μάτι.

In English

  • nude without clothing or other covering
  • naked bare, not covered by clothing

Talk about this word

Cite this
MLA

"γυμνός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γυμνός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"γυμνός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γυμνός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}