γυμνός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γυμνός
- ʝiˈmnos
Where it comes from
γυμνός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γυμνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή → δείτε γυμνός
adjective γυμνός · γυμνή · γυμνό · γυμνού · γυμνής
-
που το σώμα ή μέρος του δεν το καλύπτουν ρούχα
Similar: τσίτσιδος
- που δε φορά αρκετά ρούχα ή έχει ντυθεί προκλητικά
- ό,τι περιλαμβάνει ή προβάλλει ένα σώμα χωρίς ρούχα γυμνή φωτογραφία
- που παρουσιάζεται όπως πραγματικά είναι, χωρίς στολίδια η γυμνή αλήθεια
- που δε διαθέτει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που συμβολίζουν την κοινωνική του θέση αισθανόταν γυμνός χωρίς χρήματα
- ακάλυπτος γυμνός τοίχος
- ανεπαρκής Η πρότασή του είναι γυμνή από ρεαλισμό.
- χωρίς οπτικό βοήθημα Τα μικρόβια δεν μπορούμε να τα δούμε με γυμνό μάτι.
In English
Talk about this word "γυμνός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γυμνός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CF%8C%CF%82 "γυμνός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γυμνός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}