γυμνότητα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γυμνότητα
- ʝiˈmno.ti.ta
Where it comes from
γυμνότητα < ελληνιστική κοινή γυμνότης < αρχαία ελληνική γυμνός
noun γυμνότητα · γυμνότητες · γυμνότητας · γυμνοτήτων
- το να είναι κανείς γυμνός ※ Ο ιπποδαμαστής θεός απεικονίζεται ως νέος άνδρας σε ιδεαλιστική γυμνότητα, όρθιος, κατά μέτωπον ως προς το σώμα και σε άποψη 3/4 ως προς την κεφαλή, στραμμένος προς τα δεξιά. Φορά πίλο, τον χαρακτηριστικό κωνικό σκούφο των Διοσκούρων (Λιάνα Παρλαμά, Η Πόλη κάτω από την πόλη: ευρήματα από τις ανασκ
In English
- nudity the state of being without clothing on the body
Talk about this word "γυμνότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γυμνότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1 "γυμνότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γυμνότητα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BC%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}