γυναικοκρατία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γυναικοκρατία
Where it comes from
γυναικοκρατία < αρχαία ελληνική γυναικοκρατία < γυνή + -κρατία < γυνή + κρατέω/κρατῶ ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) gynecocracy)
noun γυναικοκρατία · γυναικοκρατίες · γυναικοκρατίας
-
επικράτηση των γυναικών (κυρίως σε αριθμητική βάση) σε κάποιο χώρο ή τομέα
Opposite: ανδροκρατία
- έθιμο που υπάρχει ακόμα σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας (π.χ. στις Σάπες του Νομού Ροδόπης και στη Μονοκκλησιά του Νομού Σερρών στις 8 Ιανουαρίου), κατά το οποίο οι γυναίκες και οι άνδρες αλλάζουν ρόλους για μια ημέρα
In English
- gynecocracy government or rule by women
Talk about this word "γυναικοκρατία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γυναικοκρατία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1 "γυναικοκρατία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γυναικοκρατία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}