γυπαετός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γυπαετός
Where it comes from
γυπαετός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική gypaète < αρχαία ελληνική γύψ + ἀετός
noun γυπαετός · γυπαετοί · γυπαετού · γυπαετών · γυπαετό · γυπαετούς
- είδος μεγάλου αρπακτικού πουλιού
- ο άντρας που έχει τη συνήθεια να πλησιάζει και να γνωρίζει επανειλημμένα γυναίκες με μοναδικό στόχο τη σεξουαλική συνεύρεση, ο πέφτουλας. Η λέξη προέρχεται από την υποτιθέμενη συνήθειά του να εντοπίζει σαν γυπαετός από κάποιο υπερυψωμένο μέρος πιθανά "θηράματα" και στη συνέχεια να "εφορμεί". Παρά τον μειωτικό χαρακτήρα της, η λέξη χρησιμοποιείται συνήθως περιπαιχτικά μεταξύ φίλων.
In English
- lammergeier Gypaetus barbatus
Talk about this word "γυπαετός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CF%80%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γυπαετός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CF%80%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82 "γυπαετός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CF%80%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γυπαετός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CF%80%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}