γυρίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γυρίζω
Where it comes from
γυρίζω < μεσαιωνική ελληνική γυρίζω < υποχωρητικό από το γῦρος
verb γυρίζω
- περιστρέφω, συστρέφω
- περιστρέφομαι ή συστρέφομαι
- επιστρέφω
- περιφέρομαι, ταξιδεύω, τριγυρίζω όλη μέρα σε έψαχνα. Μα πού γύριζες;
- γυρίζω ανάποδα: αναστρέφω, αναποδογυρίζω γυρίζω σελίδα: αλλάζω σελίδα, προχωρώ στην πίσω σελίδα του φύλλου που διαβάζω
- κάνω την εσωτερική επιφάνεια του ρούχου να φαίνεται εξωτερικά και αντιστρόφως
- μεταστρέφω του γύρισε τα μυαλά
- (στον κινηματογράφο) κινηματογραφώ, δημιουργώ μια κινηματογραφική ταινία και πιο συγκεκριμένα το στάδιο της λήψης σκηνών
In English
- turn intransitive: move around an axis through itself
- return to come or go back
- turn around transitive: to physically rotate horizontally 360 degrees
Talk about this word "γυρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. γυρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89 "γυρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γυρίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}