γυρολόγος
Ελληνικά
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
γυρολόγος
由来
γυρολόγος < (γύρω) γυρο- + -λόγος
名詞 γυρολόγος · γυρολόγοι · γυρολόγου · γυρολόγων · γυρολόγο · γυρολόγους
- πλανόδιος έμπορος που γυρνάει σε γειτονιές και χωριά για να πουλήσει μικροπράγματα, πραματευτής ※ Ο γυρολόγος φωτογράφος και ο πραματευτής ράγιζαν και αυτοί το γυαλί της ησυχίας του απομεσήμερου. Το ντιαλαλητό τους αντιπροσώπευε τη διμούτσουνη ουσία της ζωής, το κλάμα και το γέλιο. (Παναγιώτης Κουσαθανάς, Είναι και πράγματα βουβά, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 16)
英語で
- peddler itinerant seller of small goods
この単語について話す "γυρολόγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γυρολόγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82 "γυρολόγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {γυρολόγος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}