γωνία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γωνία

  • ɣoˈni.a

Where it comes from

γωνία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γωνία (η γωνία, η γωνιά, η κώχη και το γωνιόμετρο, το όργανο του ξυλουργού). Συγκρίνετε με το γωνιά.

noun γωνία · γωνίες · γωνίας · γωνιών

  1. γεωμετρία ο χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ευθείες που τέμνονται, κοντά στο σημείο τομής τους οξεία, ορθή, αμβλεία γωνία
  2. το μέρος όπου συναντιώνται δυο δρόμοι Υπάρχει ένα φανάρι στη γωνία του δρόμου.

    Similar: γωνιά

  3. το ακριανό μέρος ενός χώρου, ο χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα σε γειτονικές πλευρές ή επιφάνειες Βάλε το κιβώτιο στη γωνία του δωματίου!

    Similar: γωνιά

  4. το ακριανό μέρος ενός ψωμιού Όλο θες να τρως τη γωνία, άφησέ την και στους άλλους!

In English

  • angle geometrical figure
  • corner space in the angle between converging lines or walls

Talk about this word

Cite this
MLA

"γωνία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γωνία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1

Chicago

"γωνία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γωνία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}