γωνία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γωνία
- ɣoˈni.a
Where it comes from
γωνία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γωνία (η γωνία, η γωνιά, η κώχη και το γωνιόμετρο, το όργανο του ξυλουργού). Συγκρίνετε με το γωνιά.
noun γωνία · γωνίες · γωνίας · γωνιών
- ο χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ευθείες που τέμνονται, κοντά στο σημείο τομής τους οξεία, ορθή, αμβλεία γωνία
-
το μέρος όπου συναντιώνται δυο δρόμοι
Υπάρχει ένα φανάρι στη γωνία του δρόμου.
Similar: γωνιά
-
το ακριανό μέρος ενός χώρου, ο χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα σε γειτονικές πλευρές ή επιφάνειες
Βάλε το κιβώτιο στη γωνία του δωματίου!
Similar: γωνιά
- το ακριανό μέρος ενός ψωμιού Όλο θες να τρως τη γωνία, άφησέ την και στους άλλους!
In English
Talk about this word "γωνία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. γωνία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1 "γωνία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γωνία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}