γόνατο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γόνατο

  • ˈɣo.na.to

Where it comes from

γόνατο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γόνατον < γόνατα (πληθυντικός του γόνυ)

noun γόνατο · γόνατα · γονάτου · γόνατου · γονάτων

  1. ανθρώπινο σώμα η άρθρωση μεταξύ του μηρού και της κνήμης ※ Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- και σταυρωμένα πάνω στο γόνατό της, έχοντάς το ως ορμητήριο, εκκινούσαν απ'αυτό και γλιστρούσανε χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
  2. βοτανική το σημείο απ' όπου εκφύονται φύλλα ή βλαστοί

In English

  • knee joint in the middle of the leg and area around it

Talk about this word

Cite this
MLA

"γόνατο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γόνατο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF

Chicago

"γόνατο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γόνατο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}