मिकविन

γόνδολα

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

γόνδολα

यह कहाँ से आया

γόνδολα < (αντιδάνειο) (λόγιο δάνειο) βενετική gondola < ελληνιστική κοινή κόνδυ

संज्ञा γόνδολα · γόνδολες · γόνδολας

  1. ναυτικός όρος είδος βάρκας μήκους περίπου 10 μέτρων με πλώρη σε σχήμα S που κατευθύνεται από έναν μόνο κωπηλάτη (το γονδολιέρη) και χρησιμοποιείται στα κανάλια της Βενετίας
  2. μόνιππη άμαξα, συνήθης στις χώρες της Ευρώπης κατά τον 18ο - 19ο αιώνα. Το όνομά της οφειλόταν στο σχήμα της που το πίσω μέρος κατέληγε οξύμορφο, θυμίζοντας έτσι την γόνδολα με την καμπονέρα (καμπίνα)

अंग्रेज़ी में

  • gondola narrow boat, especially in Venice

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"γόνδολα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γόνδολα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%BB%CE%B1

Chicago

"γόνδολα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γόνδολα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}