믹윈

γόπα

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

γόπα

어원

γόπα < μεσαιωνική ελληνική *γῶπα < *βῶπα (αμαρτύρητο) (αιτιατική πτώση του ελληνιστική κοινή βῶψ/βόωψ (μικρό ψάρι)) < αρχαία ελληνική βῶξ < αρχαία ελληνική βόαξ

명사 γόπα · γόπες · γόπας

  1. ψάρι είδος μικρού ψαριού (Βόωψ ο βόωψ, Boops boops) της οικογένειας των Σπαριδών, γκριζογάλαζο και ασημί, που συναντάται συχνά στα ανατολικά ύδατα του Ατλαντικού Ωκεανού, στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Μικρά Αγγλία, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2014, ISBN 9789600356861, αρχική δημοσίευση: 1997, @google.gr/books
  2. familiar, προφορικό αυτό που μένει από το τσιγάρο αφού κάποιος το έχει καπνίσει ※ Εικοσιδύο γόπες μέτρησε στο σταχτοδοχείο. (Μένης Κουμανταρέας, Το λουτρό)

    비슷한 말: αποτσίγαρο

영어로

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"γόπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CF%80%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γόπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CF%80%CE%B1

Chicago

"γόπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CF%80%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γόπα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CF%80%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}