γότθος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Γότθος¹

  • ˈɣot.θos

Where it comes from

Γότθος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Γότθος, σχηματισμός ενικού για το Γότθοι (πληθυντικός)

proper noun Γότθος · Γότθοι · Γότθου · Γότθων · Γότθο · Γότθους

  1. εθνικό όνομα, ιστορία μέλος του ομώνυμου ανατολικού γερμανικού φύλου των Γότθων που δημιούργησε πολλά προβλήματα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της ύστερης αρχαιότητας με πολέμους και διαδοχικές εισβολές στο έδαφός της

γότθος²

noun γότθος · γότθοι · γότθου · γότθων · γότθο · γότθους

  1. adjective, σε επιθετική λειτουργία ο Γότθος

In English

  • Goth member of the East Germanic people

Talk about this word

Cite this
MLA

"γότθος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CF%84%CE%B8%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γότθος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CF%84%CE%B8%CE%BF%CF%82

Chicago

"γότθος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CF%84%CE%B8%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γότθος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8C%CF%84%CE%B8%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}