ميكوين

γύμνια

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

γύμνια

  • ˈʝi.mɲa

من أين أتت

γύμνια < μεσαιωνική ελληνική γύμνια < αρχαία ελληνική γυμνός + -ια

اسم γύμνια · γύμνιες · γύμνιας

  1. literally, κυριολεκτικά το να είναι κάποιος γυμνός, χωρίς ρούχα ※ Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι … να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σώμ
  2. figuratively, μεταφορικά η έλλειψη, η ένδεια ※ Εμάς μας τρώγει η γύμνια και η ταλαιπωρία τόσους αιώνες δι' αυτείνη την πατρίδα -δεν την βλέπετε οπού είναι αλυσωμένη και καταφρονεμένη· τα παράσημά της πεταμένα· και σεις ακόμα σίγρι κάνετε; (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, 9, 1843-1851)

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"γύμνια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CE%BC%CE%BD%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γύμνια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CE%BC%CE%BD%CE%B9%CE%B1

Chicago

"γύμνια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CE%BC%CE%BD%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γύμνια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CE%BC%CE%BD%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}