γύρα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γύρα¹
Where it comes from
γύρα < μεσαιωνική ελληνική: γύρα < ελληνιστική γῦρος
noun γύρα · γύρες · γύρας
- ο πηγαιμός από μέρος σε μέρος με ή χωρίς σκοπό (ειδικότερα) (μεσαιωνική) η περιοδεία για είσπραξη γεωργικών χρεών ή επιθεώρηση κτημάτων
- περιστροφή γύρω από τον εαυτό μας σε χορό ή γενικά
- κίνηση σε χορό που περιέχει είτε περιστροφή γύρω από τον εαυτό μας είτε μετακίνηση σε κύκλο με χορευτικές κινήσεις
Γύρα²
Where it comes from
Γύρα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Γύρα · Γύρας · Gyra
- γυναικείο επώνυμο
Talk about this word "γύρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. γύρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CF%81%CE%B1 "γύρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γύρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}