δάφνη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δάφνη¹
- ˈðaf.ni
Where it comes from
δάφνη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δάφνη
:* (μεταφορική έννοια) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική laurier
noun δάφνη · δάφνες · δάφνης · δαφνών
- αειθαλές φυτό με μεγάλο ύψος (6-18 μέτρα). Έχει σκληρά, μακρόστενα κι αρωματικά άνθη και σκουρόχρωμους καρπούς. Τα φύλλα του είναι κιτρινωπά ή πρασινωπά, έχουν ωοειδές σχήμα με σκληρή και δερματώδη υφή και είναι ιδιαίτερα αρωματικά. Τα κλαδιά της δάφνης είναι το σύμβολο της δόξας στεφάνι δάφνης
- το φύλλο του δέντρου, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, την αρωματοποιία και τη φαρμακευτική Με δύο φύλλα δάφνης το στιφάδο έχει άλλη νοστιμιά.
- ο θρίαμβος, η επιτυχία, η δόξα ποιητικές δάφνες
Δάφνη²
- ˈðaf.ni
Sounds like Δαφνί
Where it comes from
Δάφνη < δάφνη
proper noun Δάφνη · Δάφνες · Δάφνης · Δαφνών
- γυναικείο όνομα
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- προάστιο της Αθήνας
In English
Talk about this word "δάφνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BD%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. δάφνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BD%CE%B7 "δάφνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δάφνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}