δέμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δέμα

  • ˈðe.ma

Where it comes from

δέμα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δέμα (< αρχαία ελληνική δέω: δένω)

noun δέμα · δέματα · δέματος · δεμάτων

  1. η συσκευασία στην οποία έχουν τοποθετηθεί διάφορα αντικείμενα για μεταφορά ή για ασφάλεια από ζημιές ※ Τόν περισσότερο χῶρο τόν πιάνανε δέματα καί κασόνια μέ βιβλία, ἡ μοναδική ἐπίπλωση ἦταν τό κρεβάτι, ἡ ντουλάπα, τό τραπέζι μέ δυό καρέκλες κι ὁ τσίγκινος νιπτῆρας. (Αλέξης Πάρνης, Λεωφόρος Πάστερνακ: μυθιστόρημα, βιβλιοπωλείο της Εστίας, Ι. Δ. Κολλάρου, 1987)
  2. idiomatic, ιδιωματικό το εσωτερικό μαντήλι κεφαλής (κεφαλόδεσμος) των γυναικών (κυρίως των ηλικιωμένων) της Λευκάδας, με το οποίο συγκρατούσαν τα μαλλιά τους και το οποίο έδεναν κάτω από το κανονικό, εξωτερικό μαντήλι που φορούσαν

Similar: πακέτο

Thesaurus

noun

Similar: πακέτο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δέμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

δέμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BC%CE%B1

Chicago

"δέμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δέμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}