δέντρο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δέντρο
- ˈðen.dɾo
Where it comes from
δέντρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δέντρο(ν) < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δένδρον που προφερόταν με [nd] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *der-drew- < *dóru (δέντρο)
noun δέντρο · δέντρα · δέντρου · δέντρων
- φυτό του οποίου ο κορμός έχει κλαδιά και φύλλα από ένα ορισμένο ύψος και πάνω ※ Οι μουριές είναι τραγωδία τώρα το χειμώνα, δεν υπάρχει δέντρο με πιο άχαρα γυμνά κλωνιά.
- γραφική απεικόνιση που παρουσιάζει ανάλογα χαρακτηριστικά γενεαλογικό δέντρο
- αφηρημένος τύπος δεδομένων, με ιεραρχική δομή, όπου κάθε κόμβος έχει μηδέν ή περισσότερους κόμβους ως παιδιά υπώνυμα: δυαδικό δέντρο
Similar: αναστησιά
Thesaurus
noun
Similar: αναστησιά
In English
- tree large woody plant
Talk about this word "δέντρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. δέντρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF "δέντρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δέντρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}