δέρμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δέρμα

  • ˈðeɾ.ma

Where it comes from

δέρμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δέρμα.

noun δέρμα · δέρματα · δέρματος · δερμάτων

  1. ανατομία το εξωτερικό στρώμα του σώματος, που προστατεύει άλλους ιστούς και όργανα από το περιβάλλον, όργανο της αφής το οποίο σε μερικά ζώα καλύπτεται από τρίχες και στα ψάρια από λέπια ※ 2025 Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη
  2. το παραπάνω στρώμα που έχει αφαιρεθεί από το σώμα ζώου, είτε κατεργασμένο για ανθρώπινη χρήση είτε που προορίζεται για αυτό ※ Ένα από τα βασικά είδη δέρματος, το οποίο όλοι αναγνωρίζουμε εξ όψεως είναι το γυαλισμένο δέρμα (Polished Leather), το οποίο είναι διαφορετικό από το λουστρίνι (Patent leather) και δεν θα έπρεπε να ταυτίζεται. (Γνωρίζοντας του τύπους δέρματος Β΄, mortoglou.gr, ανακτήθηκε στις 9/1/2025 https://www.

In English

  • leather material produced by tanning animal skin
  • flesh skin
  • hide skin of an animal
  • skin outer protective layer of the body of a person or animal

Talk about this word

Cite this
MLA

"δέρμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

δέρμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1

Chicago

"δέρμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δέρμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}