δέσιμο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δέσιμο
Where it comes from
δέσιμο < δέσ- (αοριστικό θέμα του δένω) + -ιμο
noun δέσιμο · δεσίματα · δεσίματος · δεσιμάτων
- η ενέργεια του δένω (για σχοινιά, αντικείμενα που δένονται μαζί για να αποτελέσουν ένα σύνολο) ※ Τὸ δέσιμο μὲ ἁλυσίδες, ὁ ζουρλομανδύας, ποῦ ἦταν ἀπὸ τότε σὲ χρήση ἐκεῖ, καὶ οἱ σωματικὲς ποινὲς τῶν ψυχοπαθῶν, ἦσαν συνηθισμένοι τρόποι ἐπέμβασης τῶν ὑπεύθυνων τῆς λειτουργίας τῶν φρενοκομείων. Ὁ Stern ἀναφέρει ὅτι στὴν ἐποχὴ τοῦ σουλτάνου ̓Ἀμντοὺλ (1774-1789) ἀπαγορεύτηκε ὁ ξυλοδαρμός. (Αριστοτέ
- η επίδεση (για τραύματα)
- η συναρμολόγηση (για μηχανισμούς, αντικείμενα)
- η βιβλιοδεσία (για βιβλία)
- η ψυχική και συναισθηματική εγγύτητα, η ύπαρξη συναισθηματικών δεσμών ανάμεσα σε πρόσωπα
- ο σχηματισμός του καρπού από το άνθος
- ο σχηματισμός μιας ομοιόμορφης, πυκνής μάζας
Talk about this word "δέσιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. δέσιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF "δέσιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δέσιμο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}