מיקווין

δίδακτρα

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

δίδακτρα

מאיפה זה בא

δίδακτρα < (ελληνιστική κοινή)

שם עצם δίδακτρα · διδάκτρων

  1. εκπαίδευση το χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί εκεί μαθήματα ※ Πήρα το πτυχίο στα τέσσερα χρόνια και μετά μου έρχεται η φλασιά. Λέω, εντάξει, δυο χιλιάρικα τα 'χεις για τα δίδακτρα. Έψαξα, βρήκα ένα μεταπτυχιακό που να μου ταιριάζει, που να μπορώ να το φέρω εις πέρας. (Σοφία Νικολαΐδου, Το χρυσό βραχιόλι, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)

באנגלית

  • tuition sum of money paid for instruction

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"δίδακτρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δίδακτρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B1

Chicago

"δίδακτρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δίδακτρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}